έξι


έξι
[экси] αριθμ. шесть

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έξι" в других словарях:

  • έξι — αριθμ. απόλ. άκλ. 1. ποσότητα που αποτελείται από πέντε και μια μονάδα. 2. σε χρονολογίες, ώρα ή ηλικία χρησιμοποιείται στη θέση του τακτ. έκτος: Στις έξι Ιανουαρίου (την έκτη ημέρα του Ιανουαρίου). – Έκλεισε τα έξι (συμπλήρωσε το έκτο έτος της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έξι — και έξη και εξ (AM ἕξ) (απόλ. αριθμητ.) ποσότητα που αποτελείται από πέντε και μία μονάδες νεοελλ. 1. (για χρονολογία, ώρα, ηλικία κ.λπ., αντί τού τακτικού έκτος) («έκλεισε τα έξι») 2. (με άρθρο ως ουσ.) το έξι οτιδήποτε έχει τον αριθμό έξι… …   Dictionary of Greek

  • ἕξι — ἕξις having fem voc sg ἕξῑ , ἕξις having fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιδρῷ — ἐξῑδρῷ , ἐκ ἱδρόω sweat pres subj mp 2nd sg ἐξῑδρῷ , ἐκ ἱδρόω sweat pres ind mp 2nd sg ἐξῑδρῷ , ἐκ ἱδρόω sweat pres opt act 3rd sg ἐξῑδρῷ , ἐκ ἱδρόω sweat pres subj act 3rd sg ἐξῑδρῷ , ἐκ ἱδρόω sweat pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιλάσει — ἐξῑλάσει , ἐξίλασις propitiation fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐξῑλάσεϊ , ἐξίλασις propitiation fem dat sg (epic) ἐξῑλάσει , ἐξίλασις propitiation fem dat sg (attic ionic) ἐξῑλάσει , ἐξιλάσκομαι propitiate fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιλάσκεσθε — ἐξῑ̱λάσκεσθε , ἐξιλάσκομαι propitiate imperf ind mp 2nd pl ἐξῑλάσκεσθε , ἐξιλάσκομαι propitiate pres imperat mp 2nd pl ἐξῑλάσκεσθε , ἐξιλάσκομαι propitiate pres ind mp 2nd pl ἐξῑλάσκεσθε , ἐξιλάσκομαι propitiate imperf ind mp 2nd pl (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιωμένον — ἐξῑωμένον , ἐκ ἰόομαι become perf part mp masc acc sg ἐξῑωμένον , ἐκ ἰόομαι become perf part mp neut nom/voc/acc sg ἐξῑωμένον , ἐκ ἰόω become perf part mp masc acc sg ἐξῑωμένον , ἐκ ἰόω become perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξικμασμένα — ἐξῑκμασμένα , ἐκ ἰκμάζω filter through perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐξῑκμασμένᾱ , ἐκ ἰκμάζω filter through perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐξῑκμασμένᾱ , ἐκ ἰκμάζω filter through perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιλασκόμεθα — ἐξῑ̱λασκόμεθα , ἐξιλάσκομαι propitiate imperf ind mp 1st pl ἐξῑλασκόμεθα , ἐξιλάσκομαι propitiate pres ind mp 1st pl ἐξῑλασκόμεθα , ἐξιλάσκομαι propitiate imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξιλάσασθε — ἐξῑλάσασθε , ἐξιλάσκομαι propitiate aor imperat mid 2nd pl ἐξῑ̱λάσασθε , ἐξιλάσκομαι propitiate aor ind mid 2nd pl ἐξῑλάσασθε , ἐξιλάσκομαι propitiate aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)